- μετάπεμπτος
- μετάπεμπτος, -ον (Α) [πεμπτός]εκείνος τον οποίο προσκάλεσε κάποιος να έλθει μέσω απεσταλμένου («παρῆσαν μετάμεμπτοι οἱ τῶν ἐθνέων τῶν σφετέρων τύραννοι», Ηρόδ.).
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
μετάπεμπτος — sent for masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μετάπεμπτον — μετάπεμπτος sent for masc/fem acc sg μετάπεμπτος sent for neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μεταπέμπτου — μετάπεμπτος sent for masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μεταπέμπτους — μετάπεμπτος sent for masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μεταπέμπτων — μετάπεμπτος sent for masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μεταπέμπτῳ — μετάπεμπτος sent for masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μετάπεμπτα — μετάπεμπτος sent for neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μετάπεμπτοι — μετάπεμπτος sent for masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μεταπόμπιμος — μεταπόμπιμος, ον (Μ) [μεταπέμπω] ο μετάπεμπτος* … Dictionary of Greek